Ισχυρή παραμένει η συμβολή του τουρισμού στην ελληνική οικονομία, με τη συνολική άμεση και έμμεση συνεισφορά του να εκτιμάται σε περίπου 30% του ΑΕΠ το 2025. Ωστόσο, η συγκέντρωση της δραστηριότητας σε λίγους προορισμούς, οι ελλείψεις προσωπικού και οι πιέσεις στις υποδομές αναδεικνύουν την ανάγκη μετάβασης σε ένα μοντέλο ανάπτυξης που θα δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην αξία και όχι μόνο στις αφίξεις.
Τα συμπεράσματα αυτά προκύπτουν από τη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ «Ελληνικός Τουρισμός: Επιτεύγματα, Προκλήσεις, Προοπτικές», η οποία παρουσιάστηκε την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026, εξετάζοντας τις επιδόσεις, την ανταγωνιστικότητα και τις προοπτικές του κλάδου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ, Άρης Ίκκος, η άμεση συνεισφορά του τουρισμού στην ελληνική οικονομία ανέρχεται στο 13% του ΑΕΠ, ενώ οι επενδύσεις του κλάδου εκτιμώνται σε περίπου 5 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, η Ελλάδα καταλαμβάνει την 21η θέση στην παγκόσμια κατάταξη τουριστικής ανταγωνιστικότητας του World Economic Forum, έναντι της 59ης θέσης στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας συνολικά.
Η ισχυρή διεθνής εικόνα της χώρας αποτυπώνεται και στις προτιμήσεις των Ευρωπαίων ταξιδιωτών, καθώς η Ελλάδα αποτελεί τον τρίτο πιο επιθυμητό προορισμό για Γερμανούς και Ιταλούς και τον τέταρτο για Γάλλους και Βρετανούς.
Παρά τη σημαντική γεωγραφική διασπορά της τουριστικής δραστηριότητας, η μελέτη καταγράφει έντονες ανισότητες μεταξύ των ελληνικών προορισμών.
Το 75% της τουριστικής δραστηριότητας πραγματοποιείται εκτός Αττικής και το 58% στις νησιωτικές περιφέρειες, επιβεβαιώνοντας τη σημασία του κλάδου για τις τοπικές οικονομίες.
Ωστόσο, μόλις πέντε περιφέρειες συγκεντρώνουν το 83% των επισκέψεων και το 90% των τουριστικών εισπράξεων.
Την ίδια στιγμή, το 90% των δημοτικών ενοτήτων της χώρας, που καλύπτουν το 95% της ελληνικής επικράτειας, παρουσιάζει μικρή έως μηδαμινή τουριστική ανάπτυξη.
Στις βασικές προκλήσεις περιλαμβάνεται επίσης η εποχικότητα, καθώς σημαντικό μέρος της τουριστικής δραστηριότητας εξακολουθεί να συγκεντρώνεται στο τρίτο τρίμηνο του έτους.
Η μελέτη επισημαίνει ακόμη τη φορολογική επιβάρυνση, το υψηλό ενεργειακό κόστος, τις ελλείψεις δημόσιων υποδομών και την ανάγκη προσαρμογής των επιχειρήσεων στις απαιτήσεις της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη βραχυχρόνια μίσθωση, με το ΙΝΣΕΤΕ να υπογραμμίζει την ανάγκη σαφούς ρυθμιστικού πλαισίου, αποτελεσματικών ελέγχων και φορολογικής ισοδυναμίας με τα ξενοδοχεία, λαμβάνοντας υπόψη και τις επιπτώσεις στη στέγαση.
Σημαντικό μέρος της συζήτησης επικεντρώθηκε στο ανθρώπινο δυναμικό, με τις ελλείψεις εργαζομένων και την αναβάθμιση των δεξιοτήτων να αποτελούν κρίσιμες προκλήσεις για τις τουριστικές επιχειρήσεις.
Η Chief People Officer της Costa Navarino, Έλενα Γκίκα-Πετρουλάκη, υπογράμμισε ότι η προσέλκυση και η διατήρηση προσωπικού προϋποθέτουν ουσιαστικές επαγγελματικές προοπτικές, ποιοτική διοίκηση και σταθερές εργασιακές σχέσεις.
Όπως σημείωσε χαρακτηριστικά, «Δεν αρκεί να αναζητούμε ανθρώπους για τις ανάγκες του κλάδου. Οφείλουμε να διαμορφώνουμε έναν κλάδο που ανταποκρίνεται και στις ανάγκες των ανθρώπων».
Στο ίδιο πλαίσιο, αναδείχθηκε η ανάγκη μετάβασης από τη δημιουργία μεμονωμένων θέσεων εργασίας στην ανάπτυξη μακροχρόνιων επαγγελματικών διαδρομών στον τουρισμό.
Σύμφωνα με τα ευρήματα που παρουσιάστηκαν, το 82,4% των πολιτών αξιολογεί θετικά την οικονομική συνεισφορά του τουρισμού, ενώ το 54% τον θεωρεί τον τομέα με τη μεγαλύτερη πρόοδο μετά τη Μεταπολίτευση.
Παράλληλα, καταγράφονται προβληματισμοί σχετικά με το κόστος ζωής, τη στέγαση και την αντοχή των τοπικών υποδομών.
Η διευθύντρια Ερευνών της διαΝΕΟσις, Φαίη Μακαντάση, επισήμανε ότι η επιτυχία του τουρισμού πρέπει να αξιολογείται και με βάση τις συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων στους προορισμούς.
Στο πλαίσιο αυτό, ανέδειξε τη σημασία του συντονισμού μεταξύ κράτους, δήμων και περιφερειών, της ενίσχυσης των Οργανισμών Διαχείρισης Προορισμών (DMMOs) και της αξιοποίησης των τουριστικών εσόδων προς όφελος των τοπικών κοινωνιών.
Η πρόεδρος του ΣΕΤΕ, Αγάπη Σμπώκου, επισήμανε ότι ο ελληνικός τουρισμός έχει εξελιχθεί σε βασικό συστατικό του παραγωγικού μοντέλου της χώρας.
Όπως τόνισε, η επόμενη φάση ανάπτυξης δεν μπορεί να περιορίζεται στην αύξηση των μεγεθών, αλλά πρέπει να επικεντρώνεται στη δημιουργία μεγαλύτερης και σταθερής αξίας για την οικονομία και την κοινωνία.
Από την πλευρά του, ο επικεφαλής οικονομολόγος του Ομίλου Eurobank, Τάσος Αναστασάτος, υπογράμμισε την ανάγκη βελτίωσης των εσόδων ανά επισκέπτη, αντί της μονοδιάστατης επιδίωξης περισσότερων αφίξεων, με παράλληλες επενδύσεις σε δημόσιες και ιδιωτικές υποδομές.
Ο γενικός διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ, Ηλίας Κικίλιας, έθεσε ως βασικές προτεραιότητες την αύξηση της παραγωγικότητας, την ενίσχυση των δεξιοτήτων των εργαζομένων και την αποτελεσματικότερη διαχείριση των προορισμών.
Η μελέτη θα αποτελέσει βάση για τον διάλογο του ΣΕΤΕ με την Πολιτεία και τους κοινωνικούς και επιχειρηματικούς φορείς, με στόχο τη διαμόρφωση πολιτικών που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουρισμού και θα διασφαλίσουν ότι τα οφέλη της ανάπτυξης θα διαχέονται ευρύτερα στην οικονομία και την κοινωνία.
The post ΙΝΣΕΤΕ: Ποια η συνολική συμβολή του τουρισμού στο ΑΕΠ – Οι προκλήσεις για την επόμενη ημέρα appeared first on Tourism Today.