Του Χάρη Ντιγριντάκη
Στην κόψη του ξυραφιού βρίσκονται εκατοντάδες ξενοδόχοι που επιδιώκουν να εκσυγχρονίζουν ή να επεκτείνουν τις μονάδες τους ευρισκόμενοι αντιμέτωποι με το τέρας του αθέμιτου ανταγωνισμού.
To επενδυτικό κλίμα στην Ελλάδα, ειδικά στον τουρισμό είναι καλύτερο από ποτέ, με δεκάδες funds να αναδιαμορφώνουν την πίτα ενώ μεγάλοι ξενοδόχοι έχουν τη δύναμη να γίνονται ακόμη μεγαλύτεροι.
Παράλληλα δρομολογείται η ανέγερση νέων boutique ξενοδοχείων, επενδύσεις που ενισχύουν τη βιωματική εμπειρία αλλά απαιτούν μικρότερο budget.
Όμως το πρόβλημα παραμένει για χιλιάδες μονάδες 3, 4 και 5 αστέρων μικρότερου μεγέθους εταιρειών (όχι αλυσίδων) που αναζητούν αιμοδότηση για την αναγκαία αναβάθμισης τους, ούτως ώστε να μην υπάρχει τουρισμός δύο και τριών ταχυτήτων.
Ξεκινώντας με την παραδοχή ότι ο Αναπτυξιακός Νόμος δεν είναι απλώς μια «παροχή», αλλά ένα απαραίτητο εργαλείο επιβίωσης σε ένα διεθνώς ανταγωνιστικό περιβάλλον, καθώς οι γειτονικές χώρες επενδύουν μαζικά σε υποδομές, οι Έλληνες ξενοδόχοι αδυνατούν να προχωρήσουν σε ενεργειακές αναβαθμίσεις και ψηφιακό μετασχηματισμό χωρίς τη στήριξη του αναπτυξιακού νόμου.
Από την ψήφιση του νόμου το 2022, ο τουριστικός κλάδος είδε μόλις δύο κύκλους προκηρύξεων, με τον τελευταίο να χρονολογείται πίσω στο 2023.
Παρά τις υποσχέσεις για ετήσιους κύκλους, η πραγματικότητα του 2026 βρίσκει την αγορά σε αναμονή, με τα αποτελέσματα της τελευταίας αξιολόγησης να εντάσσουν ελάχιστα έργα, λόγω ανεπάρκειας κονδυλίων, και τις νέες αιτήσεις να παραμένουν κλειδωμένες στο συρτάρι, λόγω μη προκήρυξης νέου καθεστώτος που να αφορά αποκλειστικά τον τουρισμό.
Οι επενδυτές βρίσκονται σε καθεστώς «αναμονής», γεγονός που οδηγεί σε ακυρώσεις έργων ή στροφή σε αγορές εκτός Ελλάδας.
Η απουσία σταθερού χρονοδιαγράμματος αποτελεί σημαντικό “αντικίνητρο, καθώς, σε συνδυασμό με το πληθωριστικό κόστος, έργα που σχεδιάστηκαν το 2023 με συγκεκριμένους προϋπολογισμούς, σήμερα κοστίζουν έως και 30% περισσότερο λόγω της αύξησης των υλικών και των επιτοκίων, καθιστώντας τα αρχικά business plans μη βιώσιμα.
Εν τω μεταξύ, πολλά έργα που θα μπορούσαν να συνδυαστούν με χαμηλότοκα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης μένουν μετέωρα, καθώς η υπαγωγή στον Αναπτυξιακό αποτελεί συχνά προϋπόθεση βιωσιμότητας.
Με το κόστος δανεισμού στο 2026 να παραμένει υψηλό, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αδυνατούν να ανακαινίσουν τις μονάδες τους, οδηγώντας σε σταδιακή υποβάθμιση του τουριστικού μας προϊόντος έναντι του ανταγωνισμού (Τουρκία, Αλβανία, Αίγυπτος).
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί παράλληλα, η μη προκήρυξη του καθεστώτος για τις Εναλλακτικές Μορφές Τουρισμού. Ενώ ο εθνικός στόχος είναι η επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου, τα εργαλεία που θα επιτρέπουν τη δημιουργία ορειβατικών καταφυγίων, ιαματικών κέντρων και μαρινών παραμένουν ανενεργά.
Αν και οι προδιαγραφές για Glamping δημοσιεύθηκαν σε ΦΕΚ πριν λίγες ημέρες, δεν υπάρχει ενεργό καθεστώς ενίσχυσης για τα επενδυτικά σχέδια που αφορούν τον τομέα αυτό.
O νυν υπουργός Ανάπτυξης κ. Τάκης Θεοδωρικάκος σε απάντηση Ερώτησης των βουλευτών του ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής, στη Βουλή τον Ιανουάριο του 2025 δεσμεύτηκε ότι θα δημοσιευτεί νέα πρόσκληση του καθεστώτος «Ενίσχυση Τουριστικών Επενδύσεων». Κοινός τόπος είναι ότι η κυβέρνηση οφείλει να δώσει άμεσα λύση στο ζήτημα της καθυστέρησης προκηρύξεων στον τουριστικό κλάδο και να διασφαλίσει τη ροή των κονδυλίων, πριν το «επενδυτικό κενό» μετατραπεί σε μόνιμη οπισθοδρόμηση για τη μεγάλη μερίδα του τουριστικού προϊόντος της χώρας.
The post «Ξέχασε» τον Τουρισμό ο Αναπτυξιακός Νόμος appeared first on Tourism Today.